Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι κτηνοτρόφοι για να σφάξουν τα ζώα τους.


α. Χασαπομάχαιρο.
Ήταν το ακριβό και καλοτροχισμένο μαχαίρι του κτηνοτρόφου. Φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά για την φύλαξή του και το χρησιμοποιούσε μόνο για σφάξιμο και γδάρσιμο, ειδικά του γουρουνιού.

β. Χαρμπί ή μασάκι. Με το χαρμπί, ακόνιζαν το χασαπομάχαιρο. Ένας σοβαρός τσέλιγκας το κουβαλούσε στο σελάχι του και το χρησιμοποιούσε σαν τουφεκόβεργα, για να γεμίζει την κουμπούρα του.

γ. Χατζάρι. Το γουρούνι δεν το έσφαζαν με χειρουργικά καρφώματα στην καρδιά ή με βόλι στο κεφάλι. Το ακινητοποιούσαν το λιγότερο δυο χεροδύναμοι άντρες και ένας τρίτος με το χαντζάρι έκοβε με το πάσο του το κεφάλι του χοίρου. Από τα ουρλιαχτά των σφαζόμενων γουρουνιών η ημέρα των Χριστουγέννων στα χωριά θύμιζε μάλλον νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου παρά μέρα κορυφαίας γιορτής.

δ. Μπαλτάς. Ήταν λίγο πολυτέλεια να υπήρχε στο σπίτι μπαλτάς ειδικός για τον τεμαχισμό του κρέατος, αφού ένα χαντζάρι, σε σχήμα μεγάλου μαχαιριού, έκανε πολύ καλά τη δουλειά του χασάπη.

ε. Γουρουνόξυλο. Χρησιμοποιούταν αντί για τσιγκέλι στο κρέμασμα του σφαγιασθέντος χοίρου. Μπορούσε να είναι και ένα απλό ξύλο, το οποίο περνούσανε στα πίσω πόδια του γουρουνιού και στη συνέχεια το κρεμούσανε από ένα πάτερο για να το ξεφασκιώσουνε και να το τεμαχίσουνε.

στ. Τσιγκέλι (από το τούρκικο cengel). Έμοιαζε με τα μουστάκια του τσέλιγκα.

ζ. Φουσκωτήρα. Η καλύτερη φουσκωτήρα (το όνομά της δεν αποδίδει πιστά την δουλειά που κάνει) ήταν το αδράχτι της νοικοκυράς, το οποίο από κανένα σπίτι δεν έλειπε. Με αυτό ο εκδορέας διάνοιγε την τρύπα στο πίσω πόδι του σφαγίου και το φούσκωνε μετά με το στόμα.