Εκτός από τα εργαλεία τιθάσευσης, που ο άνθρωπος "φορούσε" στα ζώα του ήταν κι αυτός εξοπλισμένος.


    Κρατούσε στα χέρια του την κορύνη. Έτσι έλεγαν οι αρχαίοι το ρόπαλο και, κατ΄ επέκταση, όλα τα ποιμενικά ραβδιά (γκλίτσα, στραβολέγκα κ.λ.π.).

α. Γκλίτσα. (Από το βουλγάρικο klits). Η γκλίτσα ήταν για το τσοπάνο όπλο αμυντικό κι επιθετικό. Μ' αυτήν αμυνόταν στις επιθέσεις του λύκου και μ΄ αυτήν επιτίθετο στους εχθρούς του. Ήταν εργαλείο εξουσίας στα πρόβατά του. Μ' αυτήν έπιανε, από το πόδι, όποιο πρόβατο ήθελε και μ΄ αυτήν πειθαρχούσε και κατηύθυνε το ποίμνιο. Ήταν η βακτηρία του στις κακοτράχαλες πορείες του και το στήριγμά του, όταν όρθιος αγνάντευε τα βουνά. Ανάλογα με τα γούστα του τσοπάνη υπήρχαν πολλών μορφών γκλίτσες, όπως κανονικές ή αρσενικές, σιούτες ή θηλυκές, κεντητές κ.λ.π.

β. Ράβδα ή γιδάγκλιτσα ή στραβολέγκα. Ο γιδάρης με την, γυριστή σαν μαγκούρα, στραβολέγκα του έπιανε από το λαιμό το γίδι που ήθελε.

γ. Ματσούκι. Η κλασσική γκλίτσα και η γιδάγκλιτσα ήταν επαγγελματικά εργαλεία των ασχολουμένων με την κοπαδιάρικη κτηνοτροφία. Οι γεωργοί όμως, που ταυτόχρονα ασχολούνταν με την οικιακή κτηνοτροφία, για το κουμαντάρισμα των ζώων τους δεν μπορούσαν πάντα να κουβαλούν πάνω τους την επαγγελματική γκλίτσα, γι αυτό το λόγο, χρησιμοποιούσαν ένα κοινό ματσούκι ή μια λούρα ή την καναβιά των ίδιων των ζώων.