Οι κτηνοτρόφοι είναι ένα από τα αρχάιότερα επαγγάλματα του κόσμου.


    Τα χρόνια περνούν και οι εποχές αλλάζουν σε όλα τα πράγματα. Το ίδιο και στην κτηνοτροφία. Οι παλαιοί παραδοσιακοί τσοπάνοι που έμεναν στο ύπαιθρο σε πρόχειρες καλύβες από σάλομα, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Τα γαϊδουράκια με τους κρεμασμένους ματαράδες, τα τροβάδια, τα καρδάρια και τα πανωσάμαρα, έχουν γίνει και αυτά μια εικόνα του παρελθόντος. Όμως, παρόλο που όλα έχουν αλλάξει και οι κτηνοτρόφοι έχουν πλέον καινούργιες συνήθειες και συστήματα, εντούτοις, μερικοί επιμένουν να ζουν όπως τον παλιό καλό καιρό, «αγνοώντας την πρόοδο» του σημερινού κόσμου και πηγαίνοντας κόντρα στον «πολιτισμό».

Ο Τσέλιγκας

Η δουλειά του τσέλλιγγα.


    Οι Τσελιγγάδες με τα χιλιάδες γιδοπρόβατα τους αλλά και οι μικροτσελιγγαδες ήταν περήφανοι κι αγέρωχοι σαν τα ψηλά βουνά. Εργατικοί κι αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, αγωνίζο­νταν σκληρά με τους βοηθούς τους, χειμώνα και καλοκαίρι, να διατηρήσουν και να αυξήσουν το βιός τους

 

Ο Τσομπάνος

Τσοπάνος: η γραφική φιγούρα της ελληνικής υπαίθρου.


    Αρχαιότατο το επάγγελμα του τσομπάνου κι από τα πρώτα που επινόησε ο άνθρωπος. Την ποιμενική ζωή τραγούδησε με άφθαστη λυρική δύναμη ο μεγάλος ποιητής της αρχαιότητας Θεόκριτος. Και οι ποιμένες ήταν οι πρώτοι, που ανάγγειλαν στον κόσμο τον ερχομό του σωτήρα και δοξολόγησαν το θαύμα της Βηθλεέμ τη νύχτα των Χριστουγέννων. Ο τσομπάνος είναι ο γραφικός τύπος της ελληνικής υπαί­θρου, περήφανος, τολμηρός, ανθεκτικός, που παλεύει με τα λιοπύρια, τα κρύα, τους ανέμους και τις βροχές.

    Οι περισσότεροι απ' αυτούς στα παλαιότερα χρόνια βοσκούσαν τα κοπάδια των Τσελιγγάδων και άλλοι ασχολούνταν με τα δικά τους γιδοπρόβατα. Αγράμματοι οι περισσότεροι αλλά και καλοί οικογενειάρχες, ευλαβείς χριστιανοί κι αγνοί άνθρωποι, με την Ελλάδα κλεισμένη στην ψυχή τους, έδιναν πάντοτε το παρόν στους εθνικούς αγώνες.

    Η δουλειά τους ήταν τραχειά και επίπονη. Αυτοί έδιναν ζωή στα άγρια ξεροβούνια, νύχτα και μέρα, χειμώνα και καλοκαίρι, οδηγώντας τα κοπάδια τους. Κι αχολογούσαν οι λαγκαδιές από τα βελάσματα και τα σφυρίγματα, τον ήχο της φλογέρας και τις γλυκιές μελωδίες των κυπροκούδουνων.

 

Ποιμενικοί Αυλοί

Η φλογέρα αποτελούσε έναν από τους καλύτερους φίλους του τσομπάνη.


    Όλοι οι τσοπάνηδες, ήταν στρατευμένοι στον σκληρό αγώνα της επιβίωσης. Ταυτόχρονα όμως, όλοι κουβαλούσαν μέσα τους ένα χιλιόχρονο τραγούδι, το δημοτικό μας τραγούδι. Κάποιοι ελάχιστοι, ευαίσθητοι και μερακλήδες, τραγουδούσαν με την φλογέρα, τα δικά τους και των αλλονών, τα ντέρτια και τα παράπονα. 

1.  Φλογέρα ή καλάμι (από το αλβανικό flojere)

Ήταν ο μικρότερος ποιμενικός αυλός. Είχε μήκος περίπου μια σπιθαμή και χωρούσε παντού (καλαμένια, μπρούτζινη, ξύλινη, κοκάλινη).

2. Ντραβίρα

Ήταν λίγο μεγαλύτερη από την φλογέρα, περίπου μιάμιση σπιθαμή (ξύλινη, μπρούτζινη, σιδερένια, τζαμάρα).

3. Σουραύλι

Ήταν φλογέρα με περιστόμιο στο οποίο παραγόταν το σφύριγμα. Αυτό στη συνέχεια με τις τρύπες του καλαμιού και τα δάχτυλα του φλογερολάλη μετατρεπόταν σε μαγικές ποιμενικές μελωδίες. Σουραύλια είναι και οι γνωστές φλογέρες των τουριστικών ειδών.

                                       

 

Αντικείμενα Εξυπηρέτησης Τσομπάνου

Μερικά από τα αντικείμενα που έκαναν πιο εύκολη την καθημειρνή ζωή του τσομπάνη.


α. Κρεμανταλάς ή γκλειδέρα ή κρεματζάλα.
Ήταν μια κοντοκλαδεμένη ελατοκορυφή, λίγο πιο ψηλή από τον τσοπάνη, την οποίαν έμπηγαν δίπλα στην στρούγκα και χρησιμοποιούσαν τα τσαρπάλια της (κλωνάρια) για κρεμάστρες.

β. Τσέτλας ή παΐδα. Ο τσέτλας ήτανε το τεφτέρι του βλάχου. Γράμματα δεν ήξερε, μπορούσε όμως να χαράζει γραμμές και σημάδια σε μια κέδρινη σανίδα. Έτσι με την αυτοσχέδια γραμμική και… ιερογλυφική γραφή, έκανε τους λογαριασμούς του κι επικοινωνούσε γραπτά με τα άλλα μέλη του βλαχοκόνακου. Επίσης χαράζοντας πάνω στον τσέτλα σταθερά σημάδια και βυθίζοντάς τον στον γαλατολόγο μετρούσε τα γάλα, στις διάφορες εργασίες και συναλλαγές του.

γ. Ματαράς. Ασκί των βοσκών για μεταφορά νερού στις άνυδρες βουνοκορφές.

δ. Τυρολόι ή τυροβόλι. Είναι ένα διαφορετικό ανάποδο τουλούμι. Έπαιρναν ένα τομάρι από αρνί ή κατσίκι (αρνιακό ή κατσικαδερό), έδεναν το λαιμό (τη γούλη) και τα μπροστινά πόδια και άφηναν ανοιχτό το πίσω μέρος (την καπουλιά). Εκεί μέσα ο βλάχος έβαζε γύρω στις δυο οκάδες τυρί και το είχε σε ετοιμότητα για άμεση κατανάλωση.

ε. Τυροπάνι. Είναι ένα τυρολόι από κηρόπανο.