Φυσικές κλωστοϋφαντουργικές ίνες φυτικής προέλευσης.


    Οι φυσικές κλωστοϋφαντουργικές ίνες φυτικής προέλευσης, προέρχονται από τον σπόρο (βαμβάκι καπόκ), από τον βλαστό (λινάρι, γιούτα, κάνναβη, Ramie), από τα φύλλα (Sisal, Manila) ή από τον καρπό (κοκοφοίνικας) των φυτών. Το κύριο συστατικό των ινών αυτών είναι η κυτταρίνη, ουσία από την οποία αποτελείται η μεμβράνη των φυτικών κυττάρων. Η κυτταρίνη είναι ένας πολυσακχαρίτης, που σχηματίζεται από μόρια γλυκόζης ενωμένα σε μακρομοριακές αλυσίδες.

    Οι σπουδαιότερες φυσικές κλωστοϋφαντουργικές ίνες φυτικής προέλευσης είναι το βαμβάκι, η γιούτα και το λινάρι, ενώ οι ίνες καπόκ, κάνναβη, Ramie, Sisal, Manila και κοκοφοίνικας έχουν μικρότερη οικονομική σημασία.

· Βαμβάκι: 
    Το βαμβάκι, η πιο σημαντική κλωστοϋφαντουργική ίνα, πρωτοεμφανίστηκε στην Ινδία και από εκεί μεταδόθηκε στην Κίνα. Στην Ευρώπη το έφεραν οι Άραβες στις αρχές του μεσαίωνα. 
    Η παγκόσμια παραγωγή βαμβακιού ανήλθε το 2000 σε 19 εκατομμύρια τόνους, που αποτελεί το 37% του συνόλου των παραγωμένων κλωστοϋφαντουργικών ινών.Οι κυριότερες χώρες παραγωγής βαμβακιού είναι η Κίνα, οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι ΗΠΑ, η Ινδία, το Πακιστάν και η Βραζιλία. 
    Το βαμβάκι είναι μια άσπρη ινώδης κλωστική ύλη, που παράγεται από το θαμνώδες φυτό βαμβακιά. Η βαμβακιά φυτρώνει σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα και το ύψος της μπορεί να φθάσει από 25cm έως 2m. Ο χρόνος βλάστησης του βαμβακιού ανέρχεται σε περίπου 6 μήνες και η συγκομιδή του γίνεται με το χέρι ή με την βοήθεια μηχανών. Το βαμβάκι που συλλέγεται με μηχανές δεν είναι υψηλής καθαρότητος, επειδή περιέχει μέρη του καρπού καθώς και άλλες ακαθαρσίες.
    Το βαμβάκι έχει καλές αντοχές στην φθορά, στις τριβές και στο σκίσιμο, είναι απαλό στην αφή, φιλικό προς το δέρμα, έχει μικρή ελαστικότητα και καλή απορροφητική ικανότητα (μπορεί να απορροφήσει μέχρι 20% υγρασία χωρίς να δίνει την αίσθηση ότι είναι υγρό), κλωστοποιείται εύκολα και μπορεί άνετα να πλεχτεί ή να υφανθεί με άλλες ίνες. Επίσης πλένεται, λευκένεται και βάφεται εύκολα, έχει καλές αντοχές στον ιδρώτα, στα αλκάλια και στους οργανικούς διαλύτες. Οι ιδιότητες του βαμβακιού μπορούν ν' αλλάξουν αν υποστεί διάφορες επεξεργασίες, όπως μερσερισμό,υδροφοβία, σταθεροποίηση διαστάσεων, μαλάκωμα για καλυτέρευση της αφής και επεξεργασία εναντίον του τσαλακώματος.

· Καπόκ:
    
Οι ίνες καπόκ, που ονομάζονται επίσης και φυτικά πούπουλα,παράγονται από τα δέντρα καπόκ, που φυτρώνουν σε τροπικές χώρες, όπως η Ινδία και η Ινδονησία. Οι ίνες αυτές, των οποίων το μήκος μπορεί να φθάσει από 1 έως 4cm, έχουν χρώμα κίτρινο έως καφετί, είναι λεπτές, μαλακές, λείες, γυαλιστερές και πολύ ελαφριές, επειδή το εσωτερικό τους είναι γεμάτο με αέρα. Αυτό τις προσδίδει καλές μονωτικές ιδιότητες και τις καθιστά ικανές να επιπλέουν πολύ καλά στο νερό. Οι ίνες καπόκ δεν μπορούν να κλωστοποιηθούν,επειδή είναι λείες και έχουν μειωμένη αντοχή. Χρησιμοποιούνται κυρίως σαν υλικό γεμίσματος μαξιλαριών,στρωμάτων και σωσιβίων.

· Λινάρι:
    
Το λινάρι είναι από τις αρχαιότερες κλωστοϋφαντουργικές ίνες. Οι Αιγύπτιοι, οι Βαβυλώνιοι και οι Φοίνικες το καλλιεργούσαν συστηματικά από το 4000 π.Χ. 
    Η ετήσια παγκόσμια παραγωγή λιναριού ανέρχεται σε περίπου 800.000 τόνους, που αποτελεί το 1,5% της παγκόσμιας παραγωγής κλωστουφαντουργικών ινών. Οι κυριότερες χώρες παραγωγής λιναριού είναι η Κίνα, οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, η Γαλλία, η Πολωνία, η Ρουμανία και η Αίγυπτος. 
    Το λινάρι παράγεται από το ύψους 0,6 έως 1m μονοετές φυτό Linum usitatissimum. Η κατεργασία του περιλαμβάνει το ξερίζωμα των φυτών, το κοπάνισμα για να πέσει ο σπόρος, το μούλιασμα για να μαλακώσουν τα στελέχη και να γίνουν σαθρά, η αποξήρανση και το σπάσιμο των βλαστών.
    Οι ίνες του λιναριού, που ανήκουν στην κατηγορία των ινών φλοιού, έχουν χρώμα σταχτί έως λευκοκίτρινο, είναι μεγαλύτερης αντοχής από τις ίνες του βαμβακιού, δεν έχουν ελαστικότητα και τσαλακώνουν εύκολα. Επίσης η επιφάνειά τους είναι λεία,γυαλιστερή και δροσερή, είναι καλοί αγωγοί της θερμότητας και μπορούν να πλεχτούν ή να υφανθούν μόνες τους ή μαζί με ίνες βαμβακιού[2].
Τα λινά υφάσματα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή καλοκαιρινών ενδυμάτων, υφασμάτων επιπλώσεων και διακόσμησης, σακιδίων, βαλιτσών και πάνινων παπουτσιών.

· Κάνναβη:
    
Οι ίνες κάνναβης προέρχονται από το φυτό Cannabis sativa, που φύεται σ' όλα σχεδόν τα εδάφη και κλίματα. Το μήκος τους μπορεί να φτάσει από 0,5 έως 5,5cm. Οι ίνες κάνναβης έχουν μεγάλη αντοχή στις μηχανικές καταπονήσεις και είναι ανθεκτικές στο νερό και στην προσβολή από μικροοργανισμούς. Εξ αιτίας αυτών των ιδιοτήτων τους χρησιμοποιούνται για την παραγωγή σχοινιών, σάκκων, διχτυών ψαρέματος και καραβόπανων.
    Η κάνναβη περιέχει ορισμένες δραστικές ουσίες που την κατατάσουν μεταξύ των ναρκωτικών φυτών. Γι' αυτόν τον λόγο σε πολλές χώρες δεν επιτρέπεται η καλλιέργειά της.

· Γιούτα: 
    Οι ίνες γιούτα, που ανήκουν στην κατηγορία των ινών φλοιού, προέρχονται από το φυτό Corchorus capsularis, που φύεται κυρίως στην Ινδία και στο Πακιστάν και έχει ύψος 3 έως 5m. Οι ίνες γιούτα είναι μετά το βαμβάκι οι πιο σημαντικές οικονομικά φυσικές ίνες φυτικής προέλευσης και χρησιμοποιούνται για την παραγωγή σάκκων, σχοινιών, υφασμάτων συσκευασίας, κουρτινών και υφασμάτων επιπλώσεων.