Εκτύπωση
Κατηγορία: Γεωργία

Το λάδι αποτελεί ένα από τα κύρια προϊόντα της χώρας μας.

 

    Ένα από τα κύρια προϊόντα της χώρας μας, είναι το λάδι. Όλα τα στάδια της καλλιέργειας της ελιάς (ή αλλιώς λιόδεντρων), της συλλογής του καρπού και της εξαγωγής του λαδιού, έχουν υποστεί σημαντικές αλλαγές μέσα σ' αυτή την 50ετία.

                                               

Καλλιέργεια

Πως γινόταν η καλιέργεια των ελαιοχώραφων.

 

    Η καλλιέργεια της ελιάς, ξεκινά αμέσως μετά τη συλλογή του καρπού, το χειμώνα. Τότε γίνεται το όργωμα, αφού σκορπιστεί στην επιφάνεια του εδάφους το λίπασμα. Μέχρι και τα τέλη του περασμένου αιώνα, οι γεωργοί σπανίως έβαζαν στα λιοχώραφα κοπριά. Η κοπριά ήταν λίγη, και ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιηθεί στα κηπευτικά. Για ν' αυξήσουν την παραγωγή έκαναν τις λεγόμενες καλουργιές. Οι καλουργιές ήταν απανωτά ζευγαρίσματα, χωρίς σπορά. Γίνονταν περίπου πέντε, ένα κάθε μήνα, ξεκινώντας τον Γενάρη.

    Έλεγαν μάλιστα, και τη χαρακτηριστική παροιμία:
 «του Γενάρη η καλουργιά, παρά λίγο κοπριδιά», για να δείξουν πόση σημασία είχε αυτό το πρώτο όργωμα να γίνει τον κατάλληλο μήνα.

    Όσο για την κοπριδιά, γινόταν ως εξής:
Σκόρπιζαν κοπριά στο χωράφι, και στη συνέχεια έσπερναν κουκιά. Το κουκί, σαν ψυχανθές, γεμίζει το έδαφος με άζωτο. Την επόμενη χρονιά, οτιδήποτε και να 'σπερνε κανείς, το χωράφι ήταν πολύ εύφορο. Η κοπριά που έμενε, εμπλουτισμένη με το άζωτο ήταν η κοπριδιά. Σαν υποκατάστατο της κοπριάς έκαναν και κάτι άλλο: Μάζευαν κλαδιά και θάμνους από τους γύρους (άκρες) του χωραφιού, τα σκόρπιζαν μέσα στο χωράφι κι όταν ξεραίνονταν τα έκαιγαν και μετά όργωναν. Η στάχτη ήταν γεμάτη θρεπτικά συστατικά.

    Στις αρχές του αιώνα ήρθαν τα αγκουανό, οι κουτσουλιές των πουλιών από τη Χιλή. Κανονικά λιπάσματα ήρθαν γύρω στο 1920 περίπου. Στα λιπάσματα όμως αυτά η αναλογία ήταν 3-15-15, δηλαδή 3 μέρη άζωτο, 15 μέρη φώσφορος και 15 κάλιο. Ήταν ένα φτηνά παραγόμενο λίπασμα, καθώς μόνο το άζωτο παραγόταν βιομηχανικά, ενώ το φώσφορο και το κάλι ήταν ορυκτά, που πουλιόταν όμως ακριβά στους αγρότες, χωρίς θεαματικά αποτελέσματα, μια κι η ελιά χρειάζεται τα στοιχεία αυτά περίπου στην αντίστροφη σχέση.

Κλάδεμα

Ποια η σημασία του κλαδέματος.

     Μετά το όργωμα, η αμέσως επόμενη φροντίδα που χρειάζεται το λιόδεντρο είναι το κλάδεμα. Κι εδώ είχαμε εξελίξεις. Μέχρι και τις αρχές του αιώνα, τις ελιές δεν τις κλαδεύανε. Το πολύ να έκαναν ξεκλάδισμα, που θα πούμε παρακάτω. Τότε ήταν που η ελληνική κυβέρνηση κάλεσε ιταλούς κλαδευτές για να διδάξουν στους Έλληνες αγρότες την τέχνη. Το κλάδεμα που τους δίδαξαν χαρακτηρίζεται σήμερα ελαφρύ. Έτσι, και πάλι τα λιόδεντρα γίνονταν χρόνο με το χρόνο τεράστια, και το ράβδισμά τους, κατά το λιομάζωμα, γινόταν όλο και πιο δύσκολο και επικίνδυνο. Ένα πέσιμο από την κορυφή ενός τέτοιου δέντρου μπορούσε να αποβεί μοιραίο, γι' αυτό το ράβδισμά έπρεπε να γίνεται με μεγάλη προσοχή.

    Από το ελαφρύ κλάδεμα πέρασαν, μετά το '70, στο βαρύ κλάδεμα, που 'κανε τα δέντρα να φαίνονται σαν ομπρέλες, κονταίνοντας τις κορφές. Όμως δεν ήταν τόσο ο κίνδυνος που επισημάναμε παραπάνω αυτό που οδήγησε σε αυτή τη μεταστροφή, όσο η διαπίστωση πως το βαρύ κλάδεμα μακροπρόθεσμα έκανε το λιόδεντρο πιο καρποφόρο, καθώς ανανεώνονταν τα κλαδιά του και μείωνε τη διαφορά στην απόδοση ανάμεσα στην χρονιά που είχε βεντέμα και στην επόμενη που δεν είχε. Επιπλέον η συλλογή του καρπού με τα νέα ραβδιστικά μηχανήματα ήταν πιο εύκολη κι αποδοτική. Το κλάδεμα και το ξεκλάδισμα γινόταν από αρχαιοτάτων χρόνων, όπως φαίνεται, με μπαλταδάκι και με σάρακα (πριόνι). Με την εκμηχάνιση της γεωργίας, που άρχισε να προχωρεί ακατάσχετα μετά το '70, έκαναν την εμφάνιση τους και τ' αλυσοπρίονα, που, βενζινοκίνητα καθώς ήταν, συντόμευαν φοβερά το χρόνο του κλαδέματος ευνοώντας επίσης το βαρύ κλάδεμα, μια και το κόψιμο των χοντρών κλώνων με το κλασικό μπαλταδάκι ήταν αρκετά επίπονη διαδικασία.

Ξεκλάδισμα

Τι είναι το ξεκλάδισμα και για ποιο λόγο γίνεται.

 

    Περίπου ένα μήνα μετά το κλάδεμα, πριν την ανθοφορία, γίνεται το ξεκλάδισμα. Το ξεκλάδισμα είναι το κόψιμο των μικρών κλαδιών, ώστε ν' αραιώνουν τα κλωνάρια για να αερίζονται, να λιάζονται καλύτερα και για να διευκολυνθεί αργότερα το λιομάζωμα.

Ψέκασμα

Το ψέκασμα αποτελούσε μια από τις πιο επικίνδυνες αγροτικές εργασίες.

 

    Μετά το ξεκλάδισμα, η αμέσως επόμενη φροντίδα που χρειάζεται το λιόδεντρο, κατά το καλοκαίρι, είναι το ψέκασμα. Παλιά ήταν επίπονη κι επικίνδυνη εργασία, που γινόταν με τη ψεκαστήρα στον ώμο. Από τα τέλη της 10ετίας του '60 όμως άρχισαν να χρησιμοποιούνται ψεκαστικά αεροπλάνα που αλάφρωναν πολύ τους αγρότες, αλλά με απρόβλεπτες ακόμη περιβαλλοντικές καταστροφές, όπως υποστηρίζουν οι οικολόγοι, που έχουν αναλάβει εκστρατεία για κατάργηση των αεροψεκασμών. Για πληρωμή χρησιμοποιούνταν τα έσοδα από την πυρήνα (το υπόλοιπο του καρπού μετά την εξαγωγή του λαδιού) κι η επιβάρυνση υπολογιζόταν κατά κιλό παραγωμένου λαδιού. Ήδη από το 1991, με εντολή της ΟΝΕ καταργήθηκαν οι αεροψεκασμοί και το ψέκασμα γίνεται από ειδικά συνεργεία, πάλι με τις ψεκαστήρες στον ώμο.

                                      

Λιομάζωμα

Πότε αρχίζει το λιομάζωμα και η διαδικασία του.

 

    Το μεγαλύτερο κόστος στην ελαιοπαραγωγή είναι το λιομάζωμα. Αυτό αρχίζει κατά τα μέσα του Νοεμβρίου από τις λιγαρές, τα λιόδεντρα δηλαδή που έχουν λίγες ελιές. Αυτές, σαν λίγες που είναι, ωριμάζουν γρήγορα και πρέπει να μαζευτούν έγκαιρα πριν πέσουν κάτω. Οι φορτωμένες μπορούν να περιμένουν, μια κι οι ελιές τους είναι ακόμη άγουρες, με το χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα.

    Στις αρχές της δεκαετίας του '60 έκαναν την εμφάνιση τους τα δίχτυα. Αυτά τα δίχτυα χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Μοιάζουν με τα ψαράδικα, μόνο που έχουν πολύ μικρές τρύπες, για να μην περνούν οι ελιές ανάμεσα. Είναι πιο ελαφρά, πιο φθηνά, και πιο βολικά και γρήγορα στο στρώσιμο. Επίσης πλένονται πιο εύκολα. Γιατί, πρέπει να πούμε, αφού τελειώσει το λιομάζωμα, πανιά, σακιά και δίχτυα πρέπει να πλυθούν, για να φύγουν τα λάδια. Αλλιώς, αφενός σαπίζουν πιο εύκολα κι αφετέρου γίνονται γλυκό έδεσμα για τα ποντίκια.

    Γύρω στο '70 εμφανίστηκαν κάτι ραβδιστήρια σαν τσουγκράνες, με κοντό χέρι, πλαστικά. Τα ραβδιστικά αυτά είναι μηχανοκίνητα. Μια ράβδος που στην κορφή της έχει κάτι πλαστικά κρόσια, περιστρέφεται και τα κρόσια κτυπούν τις ελιές και τις ρίχνουν κάτω. Την περιστροφική κίνηση την δίνει βενζινοκίνητη μηχανή ή μπαταρία. Η μπαταρία φορτίζεται το βράδυ στο σπίτι, συνδεόμενη μέσω ενός ειδικού μηχανήματος με μια πρίζα. Η απόδοση των ραβδιστικών αυτών είναι μέχρι και τετραπλάσια της κλασικής κατσούνας, είναι όμως πιο κουραστικά. Αυτά που δουλεύουν με μπαταρία είναι πιο ξεκούραστα, αλλά λιγότερο αποδοτικά

Κοσκίνισμα

Για ποιο λόγο και πως γινόταν το κοσκίνισμα.

    Πιο επαναστατική υπήρξε η τεχνική του φυσήματος των ελιών πριν εισαχθούν για σπάσιμο, ένα μηχανικό λίχνισμα πριν το άλεσμα. Μείωσε κατά πολύ το χρόνο (και το κόστος) του μαζέματος κι η εκνευριστική κυριολεκτικά διαδικασία του λιχνίσματος, μπόρεσε να παραμεριστεί. Στη θέση τέλος του ξεφυλλίσματος ήρθε το κοσκίνισμα, που είναι πολύ λιγότερο χρονοβόρο. Η διαδικασία αυτή του κοσκινίσματος είναι αναγκαία γιατί το μηχανικό λίχνισμα στο εργοστάσιο είναι αποτελεσματικό στα φύλλα, όχι όμως και στα μάτια και με τον παλιό τρόπο μαζέματος τους κατά το σάκιασμα ή πάνω στα δίχτυα, το ξεφύλλισμα δηλαδή, ξέφευγαν αρκετά, ιδιαίτερα τα πολύ μικρά. Αν αλεστούν ελιές με μάτια δίνουν βαρύ λάδι, με πολλά οξέα, όπως λένε.

    Η κοσκινίστρα είναι ένα τετράγωνο πλαίσιο με ένα δικτυωτό πλέγμα στο κάτω μέρος και στηρίζεται σε τέσσερα πόδια. Την τοποθετούμε πάνω σε απλωμένο δίχτυ όπου πέφτουν οι ελιές, που τις σακιάζουμε στη συνέχεια. Κι εδώ έχουν επινοηθεί πατέντες, όπου με την προσθήκη ενός τσίγκινου, κοίλου πάτου, αμέσως κάτω από το πλέγμα, που καταλήγει σε χωνί, οι ελιές πηγαίνουν κατευθείαν στο σακί.

    Παλιά, για τη διευκόλυνση του μαζέματος μέσω ενός καταμερισμού, γινόταν οι λεγόμενοι «δανεικοί», σήμερα εγώ στο χωράφι σου, αύριο εσύ στο δικό μου. Σήμερα όμως όλο και πιο συχνά γίνεται η προσφυγή στη μισθωτή εργασία κι ο αντίκτυπος του εργατικού κινήματος καθώς κι η έλλειψη εργατικών χεριών έχουν κάνει το 8ωρο σχεδόν υποχρεωτικό. Το 8ωρο βέβαια μπορεί να παραταθεί κι ο μισθός να συμπιεσθεί για τους ξένους εργάτες, Όμως κι οι μικροϊδιοκτήτες που δεν καταφεύγουν στη μισθωτή εργασία σχολούν τώρα πιο νωρίς. Με τη δύση του ήλιου όλος ο κόσμος βρίσκεται στα σπίτια του, ενώ παλιά βρίσκονταν στους δρόμους, νυχτιασμένοι, με τα γαϊδουράκια τους να γκαρίζουν, αυτοί να τα βρίζουν κι οι δρόμοι να βρωμοκοπούν φρέσκια καβαλίνα. Γραφική εικόνα μιας δύσκολης εποχής.

    Πριν τους δανεικούς, τον μεσοπόλεμο, γίνονταν οι λεγόμενοι αγκαρικοί. Οι ευκαιρίες απασχόλησης ελάχιστες κι οι φτωχοί ήταν ευχαριστημένοι να κάμουν ένα μεροκάματο με μόνη αμοιβή το φαγητό τους. Σήμερα, για τους φτωχούς γέρους αγρότες που δεν είναι πια άξιοι να μαζεύουν μόνοι τους τις ελιές τους και τα παιδιά τους είναι μακρυά, καθώς και για κείνους που έχουν λίγα χωραφάκια αλλά το υπαλληλίκι ή άλλες εργασίες τους έχουν κρατήσει μακριά απ' το χωριό τους, μια λύση είναι να δώσουν τις ελιές τους σεμισακές. Ο σιμισάτορας αναλαμβάνει την καλλιέργεια κι ο ιδιοκτήτης τα έξοδα (λιπάσματα κ.λπ.) και παίρνουν συνήθως μισό-μισό το λάδι ή και την επιδότηση, που δίνεται τα τελευταία 10 περίπου χρόνια.

Άλεσμα

Τι είναι το άλεσμα και πως γίνεται.

 

    Το άλεσμα προπολεμικά γινόταν στις φάμπρικες, όπου η μηχανοκίνηση γινόταν με ζώα. Μετά ήρθαν πετρελαιοκίνητα μηχανήματα, όμως η τεχνική παρέμεινε η ίδια: σπάσιμο των ελιών σε χοντρές μυλόπετρες και μετά συμπίεση της ζύμης ώστε να στάζει το λάδι. Σήμερα, υπάρχει η τεχνική της φυγοκέντρισης, με πολύ μεγαλύτερη απόδοση, που ελαχιστοποιεί την πυρήνα, η οποία εξάλλου περιέχει ελάχιστο λάδι κι έτσι, μη επιδεχόμενη παραπέρα κατεργασία, είναι μειωμένης αξίας. Κατά κανόνα κατακρατείται από τα ελαιουργεία.