Κτηνοτροφία

Η αιγοπροβατοτροφία (μικρά μηρυκαστικά) αποτελεί παραδοσιακά έναν από τους δυναμικότερους κλάδους στη χώρα µας, συμβάλλοντας κατά 18% περίπου στο συνολικό αγροτικό εισόδημα.

Η αιγοπροβατοτροφία για την χώρα μας είναι ο σημαντικότερος κλάδος της ζωικής παραγωγής και συμμετέχει κατά 32% στην Ακαθάριστη Αξίας της, ενώ  100.000 περίπου οικογένειες έχουν σαν κύρια απασχόληση τον κλάδο αυτό.

Η παραγωγική αυτή κατεύθυνση στηρίχθηκε στους άφθονους φυσικούς πόρους και προσαρμόστηκε στις ιδιαίτερες κλιματολογικές και εδαφολογικές συνθήκες της πατρίδας µας. Το αίγειο και πρόβειο κρέας και γάλα είναι δύο βασικές κατηγορίες προϊόντων µε µεγάλη οικονοµική σηµασία κι αποτελούν τις κυριότερες πηγές του αγροτικού εισοδήµατος των κατοίκων των ορεινών και µειονεκτικών περιοχών. Αξίζει να σηµειωθεί ότι ίσως το δυνατότερο σηµείο του τοµέα είναι η υψηλή ποιότητα του παραγόµενου κρέατος, ως αποτέλεσµα µιας σειράς παραµέτρων που χαρακτηρίζουν την ελληνική πραγµατικότητα όπως το εκτατικό σύστηµα εκτροφής, οι εγχώριες φυλές και οι χορηγούµενες ζωοτροφές. Η αιγοπροβατοτροφία ασκείται σε μεγάλο ποσοστό (85% των ζώων και 80 % των εκμεταλλεύσεων περίπου)στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές της χώρας οι οποίες αποτελούν το 85% του συνόλου της επιφάνειάς της, αξιοποιώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο εκτάσεις που από τη φύση τους δεν προσφέρονται για εντατική εκμετάλλευση, όπως ορεινές, ημιορεινές, με έντονη κλίση, με φτωχή βλάστηση κ.λ.π.

Βοοτροφία ορίζεται ο κλάδος της Κτηνοτροφίας ο οποίος έχει ως αντικείμενο την εκτροφή των βοοειδών, για την παραγωγή κυρίως γάλακτος, κρέατος και δέρματος. Η έντονη ελλειμματικότητα που παρουσιάζει η χώρα μας σε προϊόντα του κλάδου της βοοτροφίας και τα τεράστια ποσά που ξοδεύουμε για την εισαγωγή τους, της προσδίδουν ιδιαίτερη σημασία για την εθνική μας οικονομία. Η βοοτροφία αποτελεί τον κλάδο της ζωικής παραγωγής που συνδέεται άμεσα με καλλιεργούμενο έδαφος και ως εκ τούτου υπόκειται στον ανταγωνισμό ως προς τη χρησιμοποίηση του εδάφους και της εργασίας περισσότερο από τους άλλους κλάδους της ζωικής παραγωγής. Η κρεοπαραγωγός βοοτροφία στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό μονάδων, σχετικά μικρής  δυναμικότητας σε όλη τη χώρα. Το ποσοστό συμμετοχής των συστηματικών μονάδων στο σύνολο της παραγωγής κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Οι βοοτροφικές επιχειρήσεις κρεοπαράγωγης ασχολούνται συνήθως με την πάχυνση (σε μικρό βαθμό με την αναπαραγωγή) ζώων που εισάγονται σε μικρή ηλικία και εν συνεχεία με την σφαγή αυτών.

Λίγα γενικά πράγματα για την κτηνοτροφία.


    Η κτηνοτροφία είναι μία από τις πιο παλιές δραστηριότητες του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να εξασφαλίζει την απαραίτητη ποσότητα τροφής, ανακάλυψε ότι ήταν δυνατό μερικά ζώα να μην τα σκοτώνει, αλλά να τα πιάνει ζωντανά, ιδιαίτερα την εποχή που ήταν πολλά και να τα κρατά κάπου περιορισμένα, να τα τρέφει και να τα σκοτώνει όταν είχε ανάγκη. Έτσι ο πρωτόγονος άνθρωπος άρχισε σιγά - σιγά να ασχολείται με την κτηνοτροφία. Στην αρχή της η κτηνοτροφία απόβλεπε στο να εξασφαλίσει βασικό κρέας για την οικογένεια. Το γάλα δεν το χρησιμοποιούσαν, αλλά ούτε και το θεωρούσαν προϊόν. Κτηνοτροφικά προϊόντα θεωρούσαν ακόμη το μαλλί και κυρίως τα δέρματα, από τα οποία έκαναν ρούχα και διάφορα άλλα αντικείμενα. Η κτηνοτροφία είναι γνωστή σαν δραστηριότητα του ανθρώπου από τη νεολιθική εποχή, με κέντρο ανάπτυξης τη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο.

    Η ανάπτυξή της τοποθετείται στην εποχή που άρχισε να αναπτύσσεται και η γεωργία. Έτσι η πρωτόγονη κοινωνία χωρίστηκε σε δύο βασικές ομάδες: τους καθαρά γεωργούς και τους κτηνοτρόφους. Οι γεωργοί έμεναν συνήθως σ' ένα τόπο, ενώ οι κτηνοτρόφοι ήταν αναγκασμένοι να πηγαίνουν στα μέρη που είχε χορτάρι. Ο τρόπος αυτός της κτηνοτροφίας λέγεται νομαδικός κι έχει την αρχή του στις χώρες εκείνες που δεν έχουν όλη την εποχή χορτάρι. Ο τρόπος αυτός, παρόλο που είναι τόσο παλιός, είναι ακόμη πολύ συνηθισμένος και πολύ διαδομένος σε πολλές χώρες. Στην Ελλάδα, ο τρόπος αυτός της κτηνοτροφίας αφορά την εκτροφή των προβάτων και των κατσικιών και μπορούμε να πούμε ότι είναι ακόμη πολύ διαδομένος. Σε άλλες χώρες, όπως για παράδεγμα σε μερικές αφρικανικές, η νομαδική κτηνοτροφία γίνεται με μεγάλα ζώα, όπως είναι τα βόδια, τα ζέμπου κ.ά. Σε μερικές ασιατικές χώρες, και κυρίως στις χώρες που βρίσκονται στα βορειοδυτικά της Ασίας, είναι διαδομένη ακόμη και σήμερα η νομαδική κτηνοτροφία, αλλά αυτή που αφορά στην εκτροφή των καμηλών. Στα βόρεια της Ασίας και της Ευρώπης, οι Λάπωνες κι οι Εσκιμώοι ασχολούνται με τη νομαδική εκτροφή των τάρανδων. Αντίθετα στη Λατινική Αμερική, ήταν από τα πολύ παλιά χρόνια γνωστή η νομαδική εκτροφή των λάμα. Σήμερα, σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής ασχολούνται με τη νομαδική εκτροφή των βοδιών.

    Μια από τις πρώτες χώρες, που στη νεότερη Ιστορία ανάπτυξε σημαντικά την κτηνοτροφία, ήταν και η Αγγλία. Μετά τη μεγάλη βιομηχανική επανάσταση που έγινε στη χώρα αυτή, όπου όλο και περισσότερος πληθυσμός άρχισε να εγκαταλείπει τις παραδοσιακές ασχολίες του και να δουλεύει στα εργοστάσια, άρχισε να δημιουργείται μεγάλη ζήτηση από διάφορα τρόφιμα και φυσικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται οι φάρμες, που είχαν σαν αποκλειστική αποστολή την εκτροφή των ζώων και την παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων. Σε λίγα χρόνια, με την ανάπτυξη της βιομηχανίας στην υπόλοιπη Ευρώπη, άρχισαν παντού να δημιουργούνται τέτοιες φάρμες. Έτσι αρχίζει μια καινούρια εποχή για την κτηνοτροφία. Ο παλιός, παραδοσιακός τρόπος εκτροφής άρχισε να μην είναι καθόλου αποδοτικός. Άρχισαν λοιπόν οι αναζητήσεις και οι έρευνες για τον εκσυγχρονισμό της κτηνοτροφικής παραγωγής.

    Σήμερα η κτηνοτροφία αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς παραγωγικούς τομείς της χώρας. Πλέον η άσκηση της κτηνοτροφίας, απαιτεί διαρκή και άμεση υποστήριξη από επιστήμονες (γεωπόνους ζωϊκής παραγωγής και κτηνίατρους). Η σημερινή κτηνοτροφική παραγωγή βασίζεται τόσο στην αύξηση τον αριθμού των ζώων όσο και στην αύξηση της παραγωγικότητας και της απόδοσης των ζώων. Για το λόγο αυτό η ζωοτεχνία, σαν επιστήμη, βασίζεται, χρησιμοποιεί κι αξιοποιεί τις γνώσεις που της παρέχουν: η βιολογία, η γενετική, η κτηνιατρική, η διαιτολογία κι η βρωματολογία, καθώς και πολλές άλλες επιστήμες. 

                        

 

Ιστορική αναδρομή

 

Η κτηνοτροφία ως επάγγελμα ανά τους αιώνες.

   
    Κτηνοτροφία είναι η εκτροφή, κάθε είδους, ζώων από τον άνθρωπο με σκοπό να εξασφαλίσει απ' αυτά τα προϊόντα, τροφή, ενδυμασία καθώς και τη σωματική τους δύναμη για διάφορες εργασίες.

    Από την αρχαιότατη εποχή, ο πρωτόγονος άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη να εξημερώσει τα αιγοπρόβατα, τα άλογα, τους χοίρους και τα άλλα ζώα, που είναι ωφέλιμα για τη ζωή του.

    Στη χώρα μας, η "Ζώσα γεωργία", όπως ονομάζει ο Αριστοτέλης την κτηνοτροφία, ήταν το κυριότερο στοιχείο πλούτου του Έλληνα. Ο Όμηρος με τις περιγραφές του δίνει λεπτομερέστατες πληροφορίες, για την κτηνοτροφική ζωή και τον κτηνοτροφικό πλούτο του ελληνικού κόσμου της εποχής του. Αλλά, και στις μεταγενέστερες, από τα ομηρικά χρόνια, εποχές η κτηνοτροφία ήταν ο σπουδαιότερος πόρος της οικονομίας και του πλουτισμού του αγροτικού κόσμου της.

    Στα χρόνια της τουρκοκρατίας αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό η κτηνοτροφία - αιγοπρόβατα , ενώ η γεωργία ήταν περιορισμένη εξ αιτίας του ορεινού εδάφους. Σημαντική ήταν η αύξηση της, όταν κατά τον 18ο αιώνα οι οικισμοί μεγάλωσαν κι έγιναν κεφαλοχώρια. Αρκετοί μεγαλοκτηνοτρόφοι τότε, έγιναν πλούσιοι. Από τα τυριά και τα μαλλιά αποκόμιζαν αρκετά χρήματα. Τα μαλλιά και τα δέρματα συγκεντρώνονταν στη Θεσσαλονίκη κι απ' εκεί μεταφέρονταν με καραβάνια στις χώρες της Ευρώπης.

    Μετά την απελευθέρωση της χώρας από τον τουρκικό ζυγό η κτηνοτροφία εξακολούθησε να είναι αναπτυγμένη και μόνο κατά τη δεκαετία του 1960 άρχισε να μειώνεται ο αριθμός των αιγοπροβάτων και βοοειδών, και να εξαφανίζονται τα ιπποειδή.

    Σήμερα, στη χώρα μας η κτηνοτροφία αποτελεί έναν τομέα ζωτικής σημασίας, που συμβάλλει στο ακαθάριστο γεωργικό με ποσοστό 33% περίπου. Η πολιτεία δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ταχύτερη ανάπτυξη της ελληνικής κτηνοτροφίας και δραστηριοποιείται για ένα καλύτερο μέλλον του κλάδου αυτού. Οι ράτσες των ζώων έχουν βελτιωθεί και όσοι ασχολούνται με αυτά έχουν αντιληφθεί ότι δεν είναι ο αριθμός των ζώων εκείνος που δίνει τη μεγάλη απόδοση και τα κέρδη αλλά η ποιότητα και βελτίωση της ράτσας, τα κτηνοτροφικά φυτά, ο καλός ενσταυλισμός, η καλή διατροφή και η επιμελημένη περιποίηση.

    O γεωργοκτηνοτρόφος ήταν ο "πρώτος" στη φύση. Η γεωργία αντιπροσώπευε την εξημερωμένη, από τον ίδιο χλωρίδα, κι η κτηνοτροφία την δαμασμένη πανίδα. Στα χιλιάδες χρόνια, που ασκούσε την κτηνοτροφία, την ανέπτυξε σε όλες της τις μορφές.

Tα είδη κτηνοτροφίας που αναπτύχθηκαν ήταν:

α) Η κοπαδιάρικη κτηνοτροφία, η οποία αποτελούταν από μεγάλα κοπάδια προβάτων ή γιδιών.Οι κτηνοτρόφοι, που ασκούσαν αυτό το είδος της κτηνοτροφίας, ήταν μετακινούμενοι νομάδες και οι επαγγελματίες βλάχοι (μετακινούμενοι ή μη).

β) Η γεωργική κτηνοτροφία, η οποία ασκούταν από τους κατ΄ επάγγελμα ενδημούντες γεωργούς. Αυτοί εξέτρεφαν βοοειδή, κατσίκες, πρόβατα και οπωσδήποτε φορτιάρικα.

γ) Η οικόσιτη κτηνοτροφία όπως γουρούνια, μανάρια, πτηνά κ.α. Η άσκηση αυτού του είδους της κτηνοτροφίας ήταν χρεωμένη στην οικουρούσα πρώτη και τρίτη ηλικία.

Η κτηνοτροφία ως επάγγελμα ανά τους αιώνες.

   
    Κτηνοτροφία είναι η εκτροφή, κάθε είδους, ζώων από τον άνθρωπο με σκοπό να εξασφαλίσει απ' αυτά τα προϊόντα, τροφή, ενδυμασία καθώς και τη σωματική τους δύναμη για διάφορες εργασίες.

    Από την αρχαιότατη εποχή, ο πρωτόγονος άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη να εξημερώσει τα αιγοπρόβατα, τα άλογα, τους χοίρους και τα άλλα ζώα, που είναι ωφέλιμα για τη ζωή του.

    Στη χώρα μας, η "Ζώσα γεωργία", όπως ονομάζει ο Αριστοτέλης την κτηνοτροφία, ήταν το κυριότερο στοιχείο πλούτου του Έλληνα. Ο Όμηρος με τις περιγραφές του δίνει λεπτομερέστατες πληροφορίες, για την κτηνοτροφική ζωή και τον κτηνοτροφικό πλούτο του ελληνικού κόσμου της εποχής του. Αλλά, και στις μεταγενέστερες, από τα ομηρικά χρόνια, εποχές η κτηνοτροφία ήταν ο σπουδαιότερος πόρος της οικονομίας και του πλουτισμού του αγροτικού κόσμου της.

    Στα χρόνια της τουρκοκρατίας αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό η κτηνοτροφία - αιγοπρόβατα , ενώ η γεωργία ήταν περιορισμένη εξ αιτίας του ορεινού εδάφους. Σημαντική ήταν η αύξηση της, όταν κατά τον 18ο αιώνα οι οικισμοί μεγάλωσαν κι έγιναν κεφαλοχώρια. Αρκετοί μεγαλοκτηνοτρόφοι τότε, έγιναν πλούσιοι. Από τα τυριά και τα μαλλιά αποκόμιζαν αρκετά χρήματα. Τα μαλλιά και τα δέρματα συγκεντρώνονταν στη Θεσσαλονίκη κι απ' εκεί μεταφέρονταν με καραβάνια στις χώρες της Ευρώπης.

    Μετά την απελευθέρωση της χώρας από τον τουρκικό ζυγό η κτηνοτροφία εξακολούθησε να είναι αναπτυγμένη και μόνο κατά τη δεκαετία του 1960 άρχισε να μειώνεται ο αριθμός των αιγοπροβάτων και βοοειδών, και να εξαφανίζονται τα ιπποειδή.

    Σήμερα, στη χώρα μας η κτηνοτροφία αποτελεί έναν τομέα ζωτικής σημασίας, που συμβάλλει στο ακαθάριστο γεωργικό με ποσοστό 33% περίπου. Η πολιτεία δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ταχύτερη ανάπτυξη της ελληνικής κτηνοτροφίας και δραστηριοποιείται για ένα καλύτερο μέλλον του κλάδου αυτού. Οι ράτσες των ζώων έχουν βελτιωθεί και όσοι ασχολούνται με αυτά έχουν αντιληφθεί ότι δεν είναι ο αριθμός των ζώων εκείνος που δίνει τη μεγάλη απόδοση και τα κέρδη αλλά η ποιότητα και βελτίωση της ράτσας, τα κτηνοτροφικά φυτά, ο καλός ενσταυλισμός, η καλή διατροφή και η επιμελημένη περιποίηση.

    O γεωργοκτηνοτρόφος ήταν ο "πρώτος" στη φύση. Η γεωργία αντιπροσώπευε την εξημερωμένη, από τον ίδιο χλωρίδα, κι η κτηνοτροφία την δαμασμένη πανίδα. Στα χιλιάδες χρόνια, που ασκούσε την κτηνοτροφία, την ανέπτυξε σε όλες της τις μορφές.

Tα είδη κτηνοτροφίας που αναπτύχθηκαν ήταν:

α) Η κοπαδιάρικη κτηνοτροφία, η οποία αποτελούταν από μεγάλα κοπάδια προβάτων ή γιδιών.Οι κτηνοτρόφοι, που ασκούσαν αυτό το είδος της κτηνοτροφίας, ήταν μετακινούμενοι νομάδες και οι επαγγελματίες βλάχοι (μετακινούμενοι ή μη).

β) Η γεωργική κτηνοτροφία, η οποία ασκούταν από τους κατ΄ επάγγελμα ενδημούντες γεωργούς. Αυτοί εξέτρεφαν βοοειδή, κατσίκες, πρόβατα και οπωσδήποτε φορτιάρικα.

γ) Η οικόσιτη κτηνοτροφία όπως γουρούνια, μανάρια, πτηνά κ.α. Η άσκηση αυτού του είδους της κτηνοτροφίας ήταν χρεωμένη στην οικουρούσα πρώτη και τρίτη ηλικία.

Οι κτηνοτρόφοι είναι ένα από τα αρχάιότερα επαγγάλματα του κόσμου.


    Τα χρόνια περνούν και οι εποχές αλλάζουν σε όλα τα πράγματα. Το ίδιο και στην κτηνοτροφία. Οι παλαιοί παραδοσιακοί τσοπάνοι που έμεναν στο ύπαιθρο σε πρόχειρες καλύβες από σάλομα, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Τα γαϊδουράκια με τους κρεμασμένους ματαράδες, τα τροβάδια, τα καρδάρια και τα πανωσάμαρα, έχουν γίνει και αυτά μια εικόνα του παρελθόντος. Όμως, παρόλο που όλα έχουν αλλάξει και οι κτηνοτρόφοι έχουν πλέον καινούργιες συνήθειες και συστήματα, εντούτοις, μερικοί επιμένουν να ζουν όπως τον παλιό καλό καιρό, «αγνοώντας την πρόοδο» του σημερινού κόσμου και πηγαίνοντας κόντρα στον «πολιτισμό».

Ο Τσέλιγκας

Η δουλειά του τσέλλιγγα.


    Οι Τσελιγγάδες με τα χιλιάδες γιδοπρόβατα τους αλλά και οι μικροτσελιγγαδες ήταν περήφανοι κι αγέρωχοι σαν τα ψηλά βουνά. Εργατικοί κι αφοσιωμένοι στη δουλειά τους, αγωνίζο­νταν σκληρά με τους βοηθούς τους, χειμώνα και καλοκαίρι, να διατηρήσουν και να αυξήσουν το βιός τους

 

Ο Τσομπάνος

Τσοπάνος: η γραφική φιγούρα της ελληνικής υπαίθρου.


    Αρχαιότατο το επάγγελμα του τσομπάνου κι από τα πρώτα που επινόησε ο άνθρωπος. Την ποιμενική ζωή τραγούδησε με άφθαστη λυρική δύναμη ο μεγάλος ποιητής της αρχαιότητας Θεόκριτος. Και οι ποιμένες ήταν οι πρώτοι, που ανάγγειλαν στον κόσμο τον ερχομό του σωτήρα και δοξολόγησαν το θαύμα της Βηθλεέμ τη νύχτα των Χριστουγέννων. Ο τσομπάνος είναι ο γραφικός τύπος της ελληνικής υπαί­θρου, περήφανος, τολμηρός, ανθεκτικός, που παλεύει με τα λιοπύρια, τα κρύα, τους ανέμους και τις βροχές.

    Οι περισσότεροι απ' αυτούς στα παλαιότερα χρόνια βοσκούσαν τα κοπάδια των Τσελιγγάδων και άλλοι ασχολούνταν με τα δικά τους γιδοπρόβατα. Αγράμματοι οι περισσότεροι αλλά και καλοί οικογενειάρχες, ευλαβείς χριστιανοί κι αγνοί άνθρωποι, με την Ελλάδα κλεισμένη στην ψυχή τους, έδιναν πάντοτε το παρόν στους εθνικούς αγώνες.

    Η δουλειά τους ήταν τραχειά και επίπονη. Αυτοί έδιναν ζωή στα άγρια ξεροβούνια, νύχτα και μέρα, χειμώνα και καλοκαίρι, οδηγώντας τα κοπάδια τους. Κι αχολογούσαν οι λαγκαδιές από τα βελάσματα και τα σφυρίγματα, τον ήχο της φλογέρας και τις γλυκιές μελωδίες των κυπροκούδουνων.

 

Ποιμενικοί Αυλοί

Η φλογέρα αποτελούσε έναν από τους καλύτερους φίλους του τσομπάνη.


    Όλοι οι τσοπάνηδες, ήταν στρατευμένοι στον σκληρό αγώνα της επιβίωσης. Ταυτόχρονα όμως, όλοι κουβαλούσαν μέσα τους ένα χιλιόχρονο τραγούδι, το δημοτικό μας τραγούδι. Κάποιοι ελάχιστοι, ευαίσθητοι και μερακλήδες, τραγουδούσαν με την φλογέρα, τα δικά τους και των αλλονών, τα ντέρτια και τα παράπονα. 

1.  Φλογέρα ή καλάμι (από το αλβανικό flojere)

Ήταν ο μικρότερος ποιμενικός αυλός. Είχε μήκος περίπου μια σπιθαμή και χωρούσε παντού (καλαμένια, μπρούτζινη, ξύλινη, κοκάλινη).

2. Ντραβίρα

Ήταν λίγο μεγαλύτερη από την φλογέρα, περίπου μιάμιση σπιθαμή (ξύλινη, μπρούτζινη, σιδερένια, τζαμάρα).

3. Σουραύλι

Ήταν φλογέρα με περιστόμιο στο οποίο παραγόταν το σφύριγμα. Αυτό στη συνέχεια με τις τρύπες του καλαμιού και τα δάχτυλα του φλογερολάλη μετατρεπόταν σε μαγικές ποιμενικές μελωδίες. Σουραύλια είναι και οι γνωστές φλογέρες των τουριστικών ειδών.

                                       

 

Αντικείμενα Εξυπηρέτησης Τσομπάνου

Μερικά από τα αντικείμενα που έκαναν πιο εύκολη την καθημειρνή ζωή του τσομπάνη.


α. Κρεμανταλάς ή γκλειδέρα ή κρεματζάλα.
Ήταν μια κοντοκλαδεμένη ελατοκορυφή, λίγο πιο ψηλή από τον τσοπάνη, την οποίαν έμπηγαν δίπλα στην στρούγκα και χρησιμοποιούσαν τα τσαρπάλια της (κλωνάρια) για κρεμάστρες.

β. Τσέτλας ή παΐδα. Ο τσέτλας ήτανε το τεφτέρι του βλάχου. Γράμματα δεν ήξερε, μπορούσε όμως να χαράζει γραμμές και σημάδια σε μια κέδρινη σανίδα. Έτσι με την αυτοσχέδια γραμμική και… ιερογλυφική γραφή, έκανε τους λογαριασμούς του κι επικοινωνούσε γραπτά με τα άλλα μέλη του βλαχοκόνακου. Επίσης χαράζοντας πάνω στον τσέτλα σταθερά σημάδια και βυθίζοντάς τον στον γαλατολόγο μετρούσε τα γάλα, στις διάφορες εργασίες και συναλλαγές του.

γ. Ματαράς. Ασκί των βοσκών για μεταφορά νερού στις άνυδρες βουνοκορφές.

δ. Τυρολόι ή τυροβόλι. Είναι ένα διαφορετικό ανάποδο τουλούμι. Έπαιρναν ένα τομάρι από αρνί ή κατσίκι (αρνιακό ή κατσικαδερό), έδεναν το λαιμό (τη γούλη) και τα μπροστινά πόδια και άφηναν ανοιχτό το πίσω μέρος (την καπουλιά). Εκεί μέσα ο βλάχος έβαζε γύρω στις δυο οκάδες τυρί και το είχε σε ετοιμότητα για άμεση κατανάλωση.

ε. Τυροπάνι. Είναι ένα τυρολόι από κηρόπανο.