Eργαλεία και σκεύη

Για την μεταφορά του κάθε είδους φαγητού χρησιμοποιούνταν τα κλειδοπίνακα και τα κατσαρόλια.


 Το φαγητό "εκστρατείας" του γεωργού ήταν συνήθως στεγνό φαγητό όπως, πάντα τυρί ή βοστίνα (είχε το όνομα ενός απεχθούς Τούρκικου φόρου), ενίοτε πίττες, σπανίως αυγά και ουδέποτε ψητό κρέας.

α. Κλειδοπίνακο.Ήταν δύο ειδών

i.ξύλινο. Ήταν μάλλον… καπακοπίνακο παρά κλειδοπίνακο, κατάλληλο για μεταφορές, εντός τρουβά, ημιστερεών φαγώσιμων (τυρί κ.λ.π)

ii.βιομηχανικό. Ήταν όντως κλειδοπίνακο και μετέφερε οτιδήποτε φαγητό.

β. Κατσαρόλι.Ήταν κατάλληλο για μεταφορά στο χέρι οποιοδήποτε φαγητού. Συνήθως η θέση του, για λόγους πιθανών διαρροών, ήταν εκτός τρουβά.

i.χαλκωματένιο. Ήταν ο παλαιότερος τύπος κατσαρολιού.

ii.αλουμινένιο. Είναι ο νεώτερος και ο τελευταίος τύπος κατσαρολιού. 


                                          

Εκτός από τα εργαλεία τιθάσευσης, που ο άνθρωπος "φορούσε" στα ζώα του ήταν κι αυτός εξοπλισμένος.


    Κρατούσε στα χέρια του την κορύνη. Έτσι έλεγαν οι αρχαίοι το ρόπαλο και, κατ΄ επέκταση, όλα τα ποιμενικά ραβδιά (γκλίτσα, στραβολέγκα κ.λ.π.).

α. Γκλίτσα. (Από το βουλγάρικο klits). Η γκλίτσα ήταν για το τσοπάνο όπλο αμυντικό κι επιθετικό. Μ' αυτήν αμυνόταν στις επιθέσεις του λύκου και μ΄ αυτήν επιτίθετο στους εχθρούς του. Ήταν εργαλείο εξουσίας στα πρόβατά του. Μ' αυτήν έπιανε, από το πόδι, όποιο πρόβατο ήθελε και μ΄ αυτήν πειθαρχούσε και κατηύθυνε το ποίμνιο. Ήταν η βακτηρία του στις κακοτράχαλες πορείες του και το στήριγμά του, όταν όρθιος αγνάντευε τα βουνά. Ανάλογα με τα γούστα του τσοπάνη υπήρχαν πολλών μορφών γκλίτσες, όπως κανονικές ή αρσενικές, σιούτες ή θηλυκές, κεντητές κ.λ.π.

β. Ράβδα ή γιδάγκλιτσα ή στραβολέγκα. Ο γιδάρης με την, γυριστή σαν μαγκούρα, στραβολέγκα του έπιανε από το λαιμό το γίδι που ήθελε.

γ. Ματσούκι. Η κλασσική γκλίτσα και η γιδάγκλιτσα ήταν επαγγελματικά εργαλεία των ασχολουμένων με την κοπαδιάρικη κτηνοτροφία. Οι γεωργοί όμως, που ταυτόχρονα ασχολούνταν με την οικιακή κτηνοτροφία, για το κουμαντάρισμα των ζώων τους δεν μπορούσαν πάντα να κουβαλούν πάνω τους την επαγγελματική γκλίτσα, γι αυτό το λόγο, χρησιμοποιούσαν ένα κοινό ματσούκι ή μια λούρα ή την καναβιά των ίδιων των ζώων. 

                                    

Τι εργαλεία χρησιμοποιούσαν για την εκτροφή των πτηνών.

    
    Όλα τα σπίτια είχαν, οπωσδήποτε, το κοτέτσι τους. Σε κάθε σπίτι-νοικοκυριό που έκλεινε και κλείνει, οι κότες έφευγαν και φεύγουν τελευταίες, μαζί με τους νοικοκυραίους. Το κοτέτσι, ειδικά στα παλιότερα σπίτια, ήταν ένα τρίγωνο πατάρι σε μια γωνιά του αχουριού και οι κότες με τις κοτόψειρες και τις κοτσιλιές τους, έκαναν τον βίο αβίωτο των άλλων ζώων, που συσταβλίζονταν στον μικρό χώρο του αχουριού. Στο αχούρι κατοικούσε μια πολυφυλετική κοινωνία όλων των κατοικίδιων ζώων.

α. Κουρήτος για τις κότες. Χρησιμοποιούταν για να πίνουν οι κότες νερό και ήταν συνήθως πέτρινος.

β. Φωλιά. Όταν το κοτέτσι βρισκόταν μέσα στο αχούρι, τότε οι φωλιές που γεννούσαν οι κότες ήταν οι παραθύρες και οι πολεμίστρες του υπογείου. 

                                           

Πως γινόταν η εκτροφή των παμφάγων ζώων.


    Τα παμφάγα, εκτός από την φυτική ή ζωική στεγνή τροφή, τα τάιζαν επί πλέον με υγρά υπολείμματα της γαλακτοκομίας (τυρόγαλα κ.λ.π.) και διάφορους χυλούς. Οι υποδοχείς αυτών των τροφών ήταν τα κουρήτια.

α. Γουρουνοκουρήτος. Ήταν το ατομικό, πέτρινο κατά κανόνα, πιάτο του σιτευτού μοναχοφάη χοίρου. Στην βουκολική αλληγορία είναι σύμβολο της εξουσίας, όταν αυτή ασκείται αντιδημοκρατικά και ιδιοτελώς από τους κάθε φορά διαχειριστές της (Από το σλαβικό koryto=σκάφη).

β. Σκυλόκορτο ή λιτσιάρι.
Σε αντίθεση με τον γουρουνοκουρήτο που τον λυμαινόταν ένας, στον κουρήτο των σκύλων γινόταν χαμός με τον σκυλοκαβγά, για το ποιος θα φάει περισσότερο. Η βουκολική αλληγορία της λέξης λιτσιάρι παραπέμπει σε σπατάλες ρεμούλες και αναρχία. Τα, κατά φύσιν, σαρκοφάγα σκυλιά κοντά στον άνθρωπο εκφυλίστηκαν σε παμφάγα, δεν έτρωγαν και δεν τρώνε μόνο χόρτα βραστά και κάποια αμιγώς φυτικά προϊόντα. Πολλά υποπροϊόντα της γαλακτοκομίας κατέληγαν στο σκυλόκορτο.

γ. Κουρτσέλι για κουτάβια. Έτρωγαν χώρια γιατί δεν τα έβγαζαν πέρα με τον σκυλοανταγωνισμό των μεγάλων.

Πως γινόταν η εκτροφή των φυτοφάγων ζώων.


    Το πρόβλημα στην εκτροφή των φυτοφάγων ζώων ήταν η αποφυγή της σπατάλης των ζωωτροφών.

α. Παχνί "χοντρών" ζώων. Χοντρά ζώα έλεγαν τις αγελάδες και τα γαϊδουρομούλαρα. Τα παχνιά τους τα έφτιαχναν με χοντροσάνιδες διάφορες και μόνιμα στερεωμένες σ΄ έναν από τους τοίχους του αχουριού. Για να μην ρίχνουν τα ζώα το χορτάρι στο δάπεδο, συνήθως πάνω από το παχνί υπήρχε σχάρα, μέσα στην οποία έριχναν το χορτάρι και έτσι το έτρωγαν τα ζώα λίγο, λίγο.

β. Παχνί λιανωμάτων. Ήταν συνήθως μετακινούμενο και "διπλής όψεως" έτρωγαν δηλαδή τα ζώα και από τις δυο μεριές. Το σανό, για λόγους ελαχιστοποίησης των απωλειών, το έβαζαν σε μια σχάρα σχήματος V.

γ. Κριθαροτρουβάς ή ταϊσάρι ή ταϊστήρι. Σάκος, γεμάτος κριθάρι, που τον κρεμούσαν στο κεφάλι του φορτιάρικου. Έτσι, το ζώο δούλευε ή περπάταγε κι έτρωγε ταυτόχρονα.

δ. Ταΐστρα. Ήταν σανιδένια ή κοιλωμένος κορμός δέντρου (σαν τα κανώ των Ινδιάνων) μέσα στην οποία τάιζαν τα λιανώματα καρπό.

ε. Βυζολόι. Ήταν μια κοινή γυάλινη μποτίλια με τη ράγα (θήλαστρο) στη θέση του πώματος.

στ. Αλαταριά ή αλατίστρες. Ήταν πλάκες διάσπαρτες σε μια λάκα, όπου από καιρού εις καιρόν έριχναν πάνω οι τσοπάνηδες αλάτι και τα πρόβατα το έγλυφαν μετά μανίας.